Όταν οι άνθρωποι φεύγουν, ο Θεός μένει.
Θα έρθουν μέρες, άνθρωπε, που ακόμη και τα πιο αγαπημένα πρόσωπα γύρω σου, μπορεί να σε πληγώσουν, ή να σε ξεχάσουν.
Να θυμάσαι όμως, πως η Μητέρα του Θεού, και οι Άγγελοί Του, δεν θα σε εγκαταλείψουν ποτέ.
Σε ένα ήσυχο χωριό, ανάμεσα σε παλιά σπίτια, αυλές και στενά δρομάκια, ζούσε ένας ηλικιωμένος άντρας, που τον έλεγαν Νικόλαο.
Ο Νικόλαος, είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του, δουλεύοντας σκληρά, για την οικογένειά του. Μαζί με τη γυναίκα του είχαν μεγαλώσει τα παιδιά τους με αγάπη, στερήσεις, και πολλές θυσίες. Με τα ίδια τους τα χέρια, είχαν χτίσει, το μικρό τους σπίτι και, όσο δύσκολη, κι αν ήταν κάποτε η ζωή, δεν άφηναν να περάσει μέρα, χωρίς να ευχαριστήσουν τον Θεό, για όσα τους είχε χαρίσει.
Ο Νικόλαος συνήθιζε να λέει:
Ο μεγαλύτερος πλούτος του ανθρώπου, δεν βρίσκεται στα χρήματα, αλλά στους ανθρώπους, που αγαπά, και και από τους οποίους αγαπιέται.
Τα χρόνια πέρασαν.
Τα παιδιά, μεγάλωσαν και έφυγαν, για την πόλη. Στην αρχή, τηλεφωνούσαν συχνά. Έρχονταν στις γιορτές, περνούσαν μαζί του τις Κυριακές και του έλεγαν:
Μπαμπά, μη φοβάσαι. Δεν θα σε αφήσουμε, ποτέ μόνο.
Όμως η ζωή, τρέχει γρήγορα.
Οι τηλεφωνικές συνομιλίες, άρχισαν να αραιώνουν.
Οι επισκέψεις έγιναν, όλο και πιο σπάνιες.
Οι υποσχέσεις ξεχάστηκαν, μέσα στις έγνοιες της καθημερινότητας.
Και ο Νικόλαος έμεινε μόνος.
Ώσπου ήρθε, ένας βαρύς χειμώνας.
Ο Νικόλαος αρρώστησε, και οι δυνάμεις του άρχισαν, να τον εγκαταλείπουν. Κάθε απόγευμα, καθόταν κοντά στο παράθυρο, και περίμενε να ακούσει την πόρτα.
Περίμενε ένα χτύπημα.
Ένα βήμα, στην αυλή.
Μια γνώριμη φωνή.
Μα κανείς, δεν ερχόταν.
Ένα βράδυ, μπροστά στο μικρό εικονοστάσι, άναψε ένα κερί.
Το αδύναμο φως, του έπεφτε πάνω στην εικόνα της Παναγίας.
Ο Νικόλαος γονάτισε.
Τα μάτια του, γέμισαν δάκρυα και, χωρίς να προσπαθήσει, να τα συγκρατήσει, ψιθύρισε:
Παναγία μου.
Αν με ξέχασαν οι άνθρωποι,
μη με ξεχάσεις Εσύ.
Αν δεν υπάρχει κανείς, να χτυπήσει την πόρτα μου,
κράτησέ μου, Εσύ συντροφιά.
Κι αν η καρδιά μου, λύγισε από τη μοναξιά,
δώσε μου δύναμη, να μη χάσω την πίστη μου.
Έμεινε για λίγο σιωπηλός.
Ύστερα έκανε τον σταυρό του, και πήγε να ξαπλώσει.
Εκείνη τη νύχτα, είδε ένα παράξενο όνειρο.
Βρέθηκε να περπατά μόνος, σε έναν μακρύ και σκοτεινό δρόμο.
Προχωρούσε αργά, χωρίς να γνωρίζει πού οδηγούσε.
Κάποια στιγμή, τα πόδια του λύγισαν. Σκόνταψε και έπεσε.
Προσπάθησε να σηκωθεί, μα δεν είχε δύναμη.
Και τότε, ακριβώς τη στιγμή, που ένιωσε πως δεν μπορούσε άλλο, αισθάνθηκε ένα απαλό χέρι, να ακουμπά στον ώμο του.
Σήκωσε το βλέμμα.
Μπροστά του στεκόταν, η Μητέρα του Θεού, περιτριγυρισμένη, από ένα απαλό, ουράνιο φως. Δίπλα Της, στέκονταν φωτεινοί Άγγελοι.
Η Παναγία, τον κοίταξε με εκείνη τη γλυκύτητα, που μόνο μια μητέρα, μπορεί να έχει και του είπε:
Παιδί μου, οι άνθρωποι, μπορεί να φύγουν.
Μπορεί να ξεχάσουν.
Μπορεί ακόμη, και να πληγώσουν.
Εγώ όμως, δεν θα σε αφήσω.
Η αγάπη του Θεού, δεν εγκαταλείπει ποτέ εκείνον, που Τον επικαλείται με πίστη.
Όσο κι αν σκοτεινιάσει ο δρόμος σου, δεν θα περπατάς μόνος.
Ο Θεός, θα είναι μαζί σου, και οι Άγγελοί Του θα φυλάνε τα βήματά σου.
Ο Νικόλαος ξύπνησε.
Το σπίτι, ήταν το ίδιο ήσυχο.
Η πόρτα, ήταν ακόμη κλειστή.
Κανείς δεν είχε έρθει.
Κι όμως, κάτι μέσα του, είχε αλλάξει.
Η μοναξιά υπήρχε ακόμη, αλλά η ψυχή του, δεν ήταν πια μόνη.
Από εκείνη την ημέρα, ο Νικόλαος σταμάτησε να μετρά τις απογοητεύσεις, και άρχισε να μετρά τις ευλογίες.
Όποτε μπορούσε, πήγαινε στην εκκλησία.
Άναβε ένα κερί.
Προσευχόταν για τα παιδιά του, χωρίς θυμό και χωρίς να τα καταδικάζει.
Τα συγχώρεσε, πριν ακόμη του ζητήσουν συγχώρεση.
Και κάτι παράξενο συνέβη.
Στο πρόσωπό του, άρχισε να υπάρχει, ένα γαλήνιο χαμόγελο.
Ένα χαμόγελο, που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Μια ανοιξιάτικη μέρα, ύστερα από πολύ καιρό, τα παιδιά του επέστρεψαν στο σπίτι.
Τον βρήκαν, πιο ήρεμο από ποτέ.
Τον κοίταξαν, για λίγο σιωπηλοί.
Και ο ένας από αυτούς, τον ρώτησε:
Μπαμπά, δεν είσαι θυμωμένος μαζί μας;
Ο Νικόλαος, τους κοίταξε με αγάπη.
Δεν υπήρχε, θυμός στα μάτια του. Μόνο συγκίνηση.
Και τους είπε:
Ήμουν λυπημένος. Πολύ λυπημένος.
Όμως ο Θεός, γέμισε μέσα μου τον χώρο, που είχε αφήσει η μοναξιά.
Και όταν, η Μητέρα του Θεού, κρατά την ψυχή σου, στην αγκαλιά Της, δεν μένει χώρος για μίσος.
Τα παιδιά του, άρχισαν να κλαίνε.
Τότε κατάλαβαν, πως δεν ήταν μόνο ο χρόνος που είχαν χάσει.
Ήταν η αγάπη, που είχαν ξεχάσει να δείξουν.
Κάθισαν όλοι μαζί, στο παλιό τραπέζι.
Και εκείνη την ημέρα, μετά από πολλά χρόνια, η οικογένεια, προσευχήθηκε ξανά μαζί.
Ο Νικόλαος, έκλεισε τα μάτια, και ψιθύρισε:
Παναγία μου, Σε ευχαριστώ.
Όχι επειδή, μου στέρησες τις δοκιμασίες,
αλλά επειδή, δεν με άφησες ποτέ, μόνο μέσα σε αυτές.
Σε ευχαριστώ που, όταν οι άνθρωποι έφυγαν,
Εσύ έμεινες.
Όταν λύγισα, Εσύ με σήκωσες.
Και όταν, η καρδιά μου φοβήθηκε,
Εσύ μου θύμισες, πως δεν είμαι μόνος.
Και ίσως αυτή, να είναι μια από τις μεγαλύτερες, αλήθειες της ζωής.
Μερικές φορές, οι άνθρωποι από τους οποίους, περιμένουμε τη μεγαλύτερη αγάπη, είναι εκείνοι, που μας πληγώνουν περισσότερο.
Μπορεί, να μας ξεχάσουν.
Μπορεί να απομακρυνθούν.
Μπορεί, να μην είναι εκεί, όταν τους χρειαζόμαστε.
Ο Θεός όμως, δεν φεύγει.
Όταν όλες οι πόρτες, μοιάζουν κλειστές, Εκείνος μπορεί, να ανοίξει έναν δρόμο, εκεί που δεν βλέπουμε κανέναν.
Και η Παναγία μας, η Μητέρα του Θεού, στέκεται με μητρική στοργή, δίπλα σε κάθε πονεμένη ψυχή, που Την επικαλείται με πίστη.
Οι Άγγελοι, που ο Θεός στέλνει για να μας προστατεύουν, μπορεί να είναι αόρατοι στα μάτια μας, όμως η παρουσία τους, δεν παύει να υπάρχει.
Υπάρχουν πληγές, που ο χρόνος μόνος του, δεν μπορεί να θεραπεύσει.
Υπάρχουν μοναξιές, που καμία ανθρώπινη παρουσία, δεν μπορεί να γεμίσει.
Υπάρχουν δάκρυα, που κανείς δεν βλέπει.
Όμως η χάρη του Θεού, μπορεί να μετατρέψει, ακόμη, και τον πόνο σε ειρήνη, την απογοήτευση, σε δύναμη, και τη μοναξιά, σε μια βαθύτερη, συνάντηση μαζί Του.
Γι’ αυτό, όταν κάποτε νιώσεις, πως όλοι έφυγαν, μη φοβηθείς.
Σήκωσε τα μάτια σου, στον Ουρανό.
Πες μόνο:
Παναγία μου, μη με αφήσεις μόνο.
Και συνέχισε, τον δρόμο σου.
Γιατί μπορεί, οι άνθρωποι να αλλάζουν,
οι υποσχέσεις να ξεχνιούνται,
και οι πόρτες να κλείνουν,
όμως η αγάπη του Θεού μένει.
Και εκεί, όπου η ανθρώπινη παρουσία τελειώνει,
η θεϊκή παρηγοριά μόλις αρχίζει.
Πηγή: FB


