Έχουμε κάνει παράξενα πράγματα με την πνευματική ζωή..

«Ήρθε κάποτε ένας άνθρωπος και μου είπε πως ψάχνει έναν άγιο Γέροντα. «Τι τον θέλεις τον άγιο Γέροντα;», τον ρώτησα. «Να μου λέει τι να κάνω». «Ε, τότε», του λέω, «δεν ψάχνεις Γέροντα. Ψάχνεις κάποιον να του παραδώσεις την ευθύνη σου, για να μη δυσκολεύεσαι εσύ».

Έχουμε κάνει παράξενα πράγματα με την πνευματική ζωή. Δεν μας φθάνει ένας καλός πνευματικός, θέλουμε κάποιον που «βλέπει», κάποιον που γνωρίζει πριν μιλήσουμε, κάποιον που θα μας λύσει ακόμη κι εκείνα που ο Θεός άφησε στην ελευθερία μας. Και, αν είναι μακριά, ακόμη καλύτερα. Η απόσταση βοηθάει πολύ τον μύθο.

Έπειτα αρχίζει το άλλο. «Εγώ είμαι πνευματικοπαίδι του τάδε». Το λέει με τέτοια υπερηφάνεια, που λες πως μαζί με την εξομολόγηση πήρε και παράσημο. Μα, παιδί μου, ο άγιος άνθρωπος που σε εξομολογεί δεν είναι τίτλος ευγενείας δικός σου. Αν εκείνος είναι άγιος, εσύ έχεις ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη να ταπεινωθείς.

Άλλος θέλει πνευματικό που να «βλέπει». Τι να βλέπει; Τον λογισμό σου δεν θέλεις να δεις εσύ και ψάχνεις άνθρωπο να βλέπει τα μέλλοντα. Ρωτάς πότε θα πάρουμε την Κωνσταντινούπολη, αν θα γίνει σεισμός, τι θα συμβεί στον κόσμο, και δεν ρωτάς πότε θα ζητήσεις συγγνώμη από τον αδελφό σου.

Αυτό δεν είναι πνευματική ζωή. Είναι θρησκευτική περιέργεια ντυμένη με ευλάβεια.

Ο Άγιος Παΐσιος έλεγε κάτι φοβερό για τη διάκριση. Ένας άνθρωπος μπορεί «ἕναν πλανεμένο νὰ τὸν πάρη γιὰ ἅγιο», όταν ο ίδιος δεν βλέπει καθαρά. Και αμέσως δίνει το πραγματικό μέτρο: «Ἡ διάκριση ἔρχεται ἀπὸ τὸν θεῖο φωτισμό».

Δεν γίνεται λοιπόν άγιος κάποιος επειδή μαζεύτηκαν εκατό άνθρωποι έξω από το κελί του. Ούτε επειδή κυκλοφορούν ιστορίες πως γνώριζε πράγματα που δεν του είχαν πει. Η αγιότητα δεν μετριέται με ουρές, φήμες και διηγήσεις θαυμαστών. Μερικές φορές η ουρά αποδεικνύει μόνο ότι πολλοί άνθρωποι ψάχνουν το ίδιο πράγμα.

Και εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί μπορεί εύκολα να αδικήσουμε την υπακοή. Η υπακοή είναι μεγάλη αρετή, όταν όμως γνωρίζουμε σε ποιον τελικά υπακούουμε. Ο Άγιος Παΐσιος λέει καθαρά: «Ἐλευθερία πνευματικὴ εἶναι ἡ πνευματικὴ ὑποταγὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ».

Προσέξτε τις τελευταίες λέξεις.

Στο θέλημα του Θεού.

Όχι στο ανθρώπινο θέλημα που βαφτίσαμε θέλημα Θεού, για να αποκτήσει μεγαλύτερη εξουσία πάνω στον άλλον.

Ο Χριστός στην Γεθσημανή δεν καταργεί το θέλημά Του. Το προσφέρει. «Πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾽ ὡς σύ». Δεν έχουμε εδώ εξαφάνιση του προσώπου, αλλά την κορυφαία πράξη της ελευθερίας του, την ελεύθερη παράδοση της αγάπης.

Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος τολμά εκείνη τη μεγάλη φράση: «οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία». Όπου εργάζεται το Άγιο Πνεύμα, ο άνθρωπος δεν γίνεται λιγότερο πρόσωπο. Γίνεται περισσότερο.

Άλλο λοιπόν η υπακοή και άλλο η κατάργηση της προσωπικής ευθύνης. Άλλο να παραδίδεις τον λογισμό σου για να θεραπευθεί και άλλο να παραδίδεις τη ζωή σου, επειδή φοβάσαι να αποφασίζεις.

Το πρώτο μπορεί να γίνει δρόμος ελευθερίας.

Το δεύτερο μπορεί να γίνει ένας πολύ ευσεβής τρόπος φυγής από την ελευθερία.

Και ύστερα ακούμε το φοβερό: «Εγώ δεν φταίω, έτσι μου είπε ο Γέροντας».

Όχι, παιδί μου.

Εσύ το έκανες.

Ο Γέροντας μπορεί να σου έδωσε συμβουλή, σωστή ή λανθασμένη. Εσύ όμως δεν έπαψες να είσαι πρόσωπο ενώπιον του Θεού. Στην Εκκλησία δεν παραδίδουμε τη συνείδησή μας σε έναν άλλον άνθρωπο για να απαλλαγούμε από το βάρος της.

Ο πνευματικός δεν σου δόθηκε για να γίνει η συνείδησή σου.

Σου δόθηκε για να σε βοηθήσει να καθαρίσεις τη συνείδησή σου.

Αυτό αλλάζει τα πάντα.

Γιατί τότε ο καλός πνευματικός δεν χαίρεται όταν δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς να τον ρωτήσεις. Χαίρεται όταν αρχίζεις να στέκεσαι ενώπιον του Θεού με καθαρό λογισμό, μετάνοια, προσευχή και ευθύνη.

Και κάτι ακόμη πρέπει να ειπωθεί, γιατί συνήθως κοιτάζουμε μόνο το πνευματικοπαίδι.

Καλά, παιδί μου, εσύ θέλεις να κάνεις υπακοή.

Εκείνος γιατί θέλει τόσο πολύ να του κάνεις;

Κι αυτό θέλει διάκριση.

Γιατί μπορεί ένας άνθρωπος να αρχίσει ως πνευματικός πατέρας και, χωρίς να το καταλάβει, να αγαπήσει περισσότερο την ανάγκη που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν. Να χαίρεται που τον παίρνουν τηλέφωνο για όλα, που περιμένουν μία λέξη του, που χωρίς εκείνον φοβούνται να αποφασίσουν.

Εκεί χρειάζεται μεγαλύτερη άσκηση από την άσκηση του πνευματικοπαίδου.

Να μπορείς να έχεις εξουσία πάνω σε μια ψυχή και να μη θέλεις να την ασκήσεις.

Να μπορείς να σε θαυμάζουν και να τους στέλνεις αλλού το βλέμμα.

Να μπορούν να σε χρειάζονται και εσύ να τους μαθαίνεις σιγά σιγά να χρειάζονται τον Χριστό.

Αυτό είναι πατρότητα.

Μου είπε κάποιος: «Ο Γέροντάς μου είναι πολύ αυστηρός». «Με ποιον;», του λέω. «Με μένα». «Καλά, με τον εαυτό του είναι αυστηρός; Αυτό να κοιτάξεις πρώτα».

Γιατί είναι εύκολο να κάνεις άσκηση με το στομάχι του άλλου.

Νηστεία με το πιάτο του άλλου.

Ακτημοσύνη με την τσέπη του άλλου.

Και υπακοή με την ελευθερία του άλλου.

Ο Χριστός όμως δεν έσωσε τον άνθρωπο από απόσταση. Πήρε πάνω Του το βάρος του ανθρώπου. Ο αληθινός πνευματικός πατέρας κάτι από αυτό το βάρος σηκώνει, δεν το φορτώνει ευκολότερα στους άλλους.

Έχουμε φθάσει καμιά φορά και στα αστεία. «Πάτερ, να πάω για καφέ;». «Πάτερ, να αγοράσω αυτά τα παπούτσια;». «Πάτερ, να φύγω τρεις ημέρες;». Σε λίγο θα παίρνουμε τον πνευματικό να ρωτήσουμε ποιο γλυκό να παραγγείλουμε και μετά θα λέμε ότι κάνουμε υπακοή.

Ο Θεός σου έδωσε νου.

Σου έδωσε κρίση.

Σου έδωσε ελευθερία.

Δεν στα έδωσε για να τα επιστρέψεις αχρησιμοποίητα.

Η Εκκλησία δεν φοβάται την ελευθερία του ανθρώπου. Ο Θεός πρώτος δεν τη φοβήθηκε. Αν τη φοβόταν, θα μας είχε δημιουργήσει ανίκανους να Του πούμε όχι.

Κι όμως μας άφησε ακόμη και να Τον αρνηθούμε.

Τόσο πολύ σέβεται το πρόσωπο.

Και όταν ο άνθρωπος επιστρέφει, ο Θεός δεν του ζητά να γίνει αντικείμενο. Του ζητά να γίνει υιός.

Γι’ αυτό η πνευματική πατρότητα δεν μπορεί να είναι σχέση ιδιοκτησίας. Κανένας πνευματικός δεν έχει ψυχές. Ψυχές έχει μόνον ο Θεός. Ο πνευματικός τις διακονεί για λίγο, με φόβο, επειδή γνωρίζει ότι δεν του ανήκουν.

Εδώ βρίσκεται και το Μυστήριο της Εξομολογήσεως.

Πηγαίνουμε καμιά φορά σαν να επισκεπτόμαστε σύμβουλο αποφάσεων. «Να παντρευτώ; Να χωρίσω; Να αλλάξω δουλειά; Να αγοράσω σπίτι; Να φύγω στο εξωτερικό;». Όλα μπορεί να συζητηθούν. Αλλά δεν είναι αυτό το κέντρο της Εξομολογήσεως.

Στην Εξομολόγηση πηγαίνεις να πεις:

Ἥμαρτον.

Μια μικρή λέξη που ο άνθρωπος δυσκολεύεται περισσότερο να πει από χίλιες ερωτήσεις για το μέλλον.

Ο Άγιος Παΐσιος το λέει απλά: «Νὰ πᾶνε τουλάχιστον οἱ ἄνθρωποι σὲ ἕναν Πνευματικὸ νὰ ἐξομολογηθοῦν». Δεν λέει να ανακαλύψουν τον διασημότερο, τον διορατικότερο ή τον δυσκολότερα προσβάσιμο.

Να εξομολογηθούν.

Γιατί το Μυστήριο δεν είναι η αποκάλυψη των μυστικών του μέλλοντος.

Είναι η αποκάλυψη της αλήθειας του παρόντος σου μπροστά στον Χριστό.

Και ο ιερέας στέκεται εκεί όχι ως ιδιοκτήτης της συγχωρήσεως, αλλά ως μάρτυρας της μετανοίας και διάκονος του ελέους του Θεού.

Αυτό το ξεχνάμε και αρχίζουμε να ψάχνουμε τον άνθρωπο με το «χάρισμα».

Μα το μεγαλύτερο χάρισμα του πνευματικού δεν είναι να γνωρίζει τι θα σου συμβεί αύριο.

Είναι να σε βοηθήσει να μετανοήσεις σήμερα.

Και εδώ ο Άγιος Παΐσιος κάνει μία διάκριση που σήμερα τη χρειαζόμαστε πολύ. Για τον μοναχό λέει ότι έχει «τὸν Πνευματικό του κοντά», την Εκκλησία μέσα στο μοναστήρι, τις Ακολουθίες και το αμέριμνο της μοναχικής ζωής. Για τον λαϊκό λέει κάτι άλλο: «ὁ λαϊκὸς ἔχει τόσες φροντίδες», παιδιά, οικογένεια και αγώνα για τη σωτηρία μέσα σε αυτή την πραγματικότητα.

Και η υποσημείωση του ίδιου του βιβλίου ξεκαθαρίζει ότι εκεί ο Γέροντας εννοεί «τὴν καλογερικὴ ὑπακοή».

Ε, λοιπόν, δεν είμαστε όλοι μοναχοί.

Και δεν χρειάζεται να μεταφέρουμε το μοναστήρι μέσα στο διαμέρισμα μιας οικογένειας στο Περιστέρι.

Ο μοναχός έχει δώσει συγκεκριμένες υποσχέσεις, ζει συγκεκριμένο βίο και ασκεί την υπακοή μέσα σε συγκεκριμένη αδελφότητα. Ο παντρεμένος έχει σύζυγο, παιδιά, εργασία, λογαριασμούς, αρρώστιες, συγγενείς, ευθύνες και έναν ολόκληρο κόσμο που καλείται να αγιάσει ζώντας μέσα του.

Δεν είναι κατώτερος δρόμος.

Είναι άλλος δρόμος.

Και μερικές φορές είναι φοβερά ασκητικός.

Ο Άγιος Παΐσιος το ήξερε καλά. Δεν έβλεπε τον λαϊκό σαν αποτυχημένο μοναχό που δεν κατάφερε να πάει στο μοναστήρι. Όταν μιλούσε για ανθρώπους που γύριζαν κουρασμένοι από την εργασία και δυσκολεύονταν ακόμη και να διαβάσουν ολόκληρο το Απόδειπνο, τους έλεγε να μη «στριμώχνουν» τον εαυτό τους με άγχος.

Αυτό είναι ποιμαντική.

Να γνωρίζεις ποιον έχεις απέναντί σου.

Όχι να βάζεις το ίδιο παπούτσι σε όλα τα πόδια και μετά να απορείς γιατί κουτσαίνουν οι άνθρωποι.

Γι’ αυτό με προβληματίζει όταν ένας άνθρωπος ζει στην Αθήνα, μεγαλώνει παιδιά, εργάζεται δέκα ώρες, παλεύει με οικονομικές δυσκολίες, με τον γάμο, τη μοναξιά, την οθόνη, τον εθισμό, την εξάντληση, και θεωρεί ότι ο μοναδικός άνθρωπος που μπορεί να τον καταλάβει βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά και τον συναντά δύο φορές τον χρόνο.

Μπορεί να είναι άγιος εκείνος ο άνθρωπος.

Αλλά η αγιότητα δεν σημαίνει αυτομάτως γνώση κάθε ανθρώπινης περιστάσεως.

Γι’ αυτό έχουμε και την Εκκλησία δίπλα μας. Τον ιερέα που σε γνωρίζει, που έχει δει τα παιδιά σου να μεγαλώνουν, που γνωρίζει τον άνθρωπό σου, που σε έχει συναντήσει στη χαρά, στην αρρώστια, στην κηδεία, στη βάπτιση, στην αποτυχία.

Δεν σημαίνει ότι υποχρεωτικά ο εφημέριος της γειτονιάς πρέπει να γίνει πνευματικός σου. Ούτε ότι απαγορεύεται να εξομολογηθείς σε μοναστήρι ή να συμβουλευθείς έναν φωτισμένο μοναχό.

Αυτό θα ήταν απλώς ένας άλλος κανόνας.

Και η Εκκλησία δεν θεραπεύει μία ανελευθερία κατασκευάζοντας μία καινούργια.

Το κριτήριο βρίσκεται αλλού.

Σε πηγαίνει αυτός ο άνθρωπος προς τον Χριστό ή σε δένει περισσότερο με τον εαυτό του;

Αυτό να κοιτάξεις.

Αν κάθε χρόνο τον χρειάζεσαι περισσότερο για να αποφασίσεις τα μικρότερα πράγματα, κάτι χρειάζεται προσοχή. Αν φοβάσαι να ενεργήσεις χωρίς την άδειά του, αν η γνώμη του έγινε ισχυρότερη από τη συνείδηση, από την πραγματικότητα, ακόμη και από την ευθύνη προς την οικογένειά σου, μη βιάζεσαι να ονομάσεις αυτή την εξάρτηση υπακοή.

Και αν ένας πνευματικός ενοχλείται όταν ζητήσεις δεύτερη γνώμη, όταν μιλήσεις με άλλον ιερέα, όταν θελήσεις να φύγεις από κοντά του, εκεί χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη προσοχή.

Ο πατέρας δεν φυλακίζει το παιδί για να αποδείξει ότι είναι πατέρας.

Του ανοίγει την πόρτα.

Η πνευματική πατρότητα δεν κατασκευάζει αιώνια παιδιά.

Γεννά ώριμους ανθρώπους εν Χριστώ.

Ο πατέρας κρατά το μικρό παιδί από το χέρι όχι για να μην περπατήσει ποτέ μόνο του. Το κρατά μέχρι να μάθει να περπατά και ύστερα χαίρεται όταν το βλέπει να στέκεται όρθιο.

Το ίδιο και ο πνευματικός.

Δεν θέλει να ακούει παντού «ο Γέροντάς μου είπε».

Θέλει κάποτε να ακούσει:

«Χριστέ μου, φώτισέ με να κάνω το θέλημά Σου».

Εκεί αρχίζει να φαίνεται ο καρπός της πνευματικής πατρότητας.

Γιατί ο αληθινός πνευματικός πατέρας κάνει κάτι παράξενο.

Όσο περνούν τα χρόνια, δεν μεγαλώνει εκείνος μέσα στη ζωή σου.

Μικραίνει.

Και μεγαλώνει ο Χριστός.

Εδώ ο λόγος του Τιμίου Προδρόμου γίνεται ολόκληρη ποιμαντική θεολογία: «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι».

Αν μπορούσε κάθε πνευματικός να γράψει αυτή τη φράση πάνω από το εξομολογητήριό του, θα είχαν γλιτώσει πολλές ψυχές από πολλή σύγχυση.

Εκείνον να μεγαλώνω.

Εγώ να μικραίνω.

Να έρχεται ο άλλος πληγωμένος και να μη φεύγει θαυμαστής μου.

Να φεύγει αγαπώντας περισσότερο τον Χριστό.

Να μην αναπαράγει τις δικές μου φράσεις, τις φοβίες, τις προτιμήσεις και τις εμμονές μου.

Να αρχίζει να αποκτά «νοῦν Χριστοῦ».

Τότε ο πνευματικός γίνεται πραγματικά πατέρας, γιατί δεν γεννά ανθρώπους κατ’ εικόνα δική του.

Τους βοηθά να ξαναβρούν μέσα τους την εικόνα του Θεού.

Γι’ αυτό να βρείτε έναν καλό πνευματικό. Απλό άνθρωπο, με διάκριση, που να ακούει πριν μιλήσει και να μην εντυπωσιάζεται από τον εαυτό του. Να μη βιάζεται να έχει απάντηση για όλα. Μερικές φορές το «δεν ξέρω, παιδί μου, ας προσευχηθούμε» είναι πολύ αγιότερο από μία βεβαιότητα που μιλά εξ ονόματος του Θεού.

Να εξομολογείστε.

Να κοινωνείτε.

Να προσεύχεστε.

Να αγωνίζεστε.

Και όταν πέφτετε, να σηκώνεστε.

Μην ψάχνετε άνθρωπο που «βλέπει».

Ψάξτε άνθρωπο που σας βοηθά να βλέπετε τον Χριστό.

Και αν κάποτε βρείτε πραγματικά άγιο άνθρωπο, μην τον κάνετε παράσημο, άλλοθι ή αφεντικό της ζωής σας. Πάρτε την ευχή του, ακούστε τον με ταπείνωση και αφήστε την αγιότητά του να σας διδάξει αυτό που τελικά διδάσκουν όλοι οι αληθινοί πνευματικοί πατέρες.

Να μη βάλουμε κανέναν άνθρωπο στη θέση του Θεού.

Ούτε καν τον άνθρωπο που μας μίλησε για τον Θεό.

Γιατί κάποτε θα σταθούμε ενώπιον του Χριστού.

Και τότε δεν θα μπορέσουμε να κρατήσουμε ένα χαρτί και να πούμε:

«Δεν φταίω εγώ.

Μου το είπε ο Γέροντας».

Θα σταθούμε ελεύθεροι.

Όπως ελεύθερους μας έπλασε.

Όπως ελεύθερους μας αγάπησε.

Όπως ελεύθερους μάς περιμένει να επιστρέψουμε.

Και ο καλός πνευματικός δεν παίρνει αυτή την ελευθερία από τα χέρια μας.

Μας μαθαίνει να την ακουμπάμε, λίγο λίγο, στα χέρια του Χριστού.

Και τότε δεν χρειάζεται πια να λέμε με καμάρι ποιανού Γέροντα είμαστε πνευματικοπαίδια.

Αρκεί να μπορέσουμε κάποτε, με πολλή συστολή, να πούμε κάτι πολύ μικρότερο και πολύ μεγαλύτερο:

«Χριστέ μου, δικός Σου είμαι».

μ. Θεόκτιστος ο Κρης

Aπό Manos lamprakis FB

Σχολιάστε