Συνειδητοποιοῦμε, ὅμως, ἄραγε ὅλοι μας καί νοιώθουμε βαθιά στήν καρδιά μας ὅτι, μέσα σέ δύο λέξεις, σέ πέντε, ὅλες κι ὅλες, συλλαβές, ἔχει συμπυκνωθεῖ καί ἔχει χωρέσει τό ἀπροσμέτρητο νόημα καί τό ἀσύλληπτο μεγαλεῖο τῆς Πίστης μας;

Από τήν στιγμή πού, μέσα στήν γλυκιά ἀνοιξιάτικη νύχτα, οἱ ἀναστάσιμες καμπάνες θά τραγουδήσουν τό χαρμόσυνο μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, σπεύδουμε νά τό μεταφέρουμε ἀπό στόμα σέ στόμα, μέ τά μάτια νά λάμπουν ἀπό τό Ἅγιο Φῶς τῆς λαμπάδας μας. Συνειδητοποιοῦμε, ὅμως, ἄραγε ὅλοι μας καί νοιώθουμε βαθιά στήν καρδιά μας ὅτι, μέσα σέ δύο λέξεις, σέ πέντε, ὅλες κι ὅλες, συλλαβές, ἔχει συμπυκνωθεῖ καί ἔχει χωρέσει τό ἀπροσμέτρητο νόημα καί τό ἀσύλληπτο μεγαλεῖο τῆς Πίστης μας;

Ὅταν, ἀπό τό βράδυ τῆς Ἀναστάσεως καί μετά, χαιρετιόμαστε ὅλοι λέγοντας τό «Χριστός Ἀνέστη» καί ὁ συνομιλητής μας ἀπαντάει «Ναί, εἶναι ἀλήθεια. Ἀναστήθηκε ὁ Κύριος», θά τολμήσω νά ἐκφράσω τό ρητορικό ἐρώτημα ἄν τά λόγια αὐτά βγαίνουν, ἄραγε, ἀπό τά μύχια τῆς ψυχῆς μας, συνειδητοποιημένα, ἤ ἁπλῶς ἐπαναλαμβάνονται ἀπό συνήθεια καί μόνο, ἐπειδή τά ἔθιμα καί οἱ παραδόσεις μας τά πέρασαν στήν καθημερινότητά μας;

Στοχάζομαι, δηλαδή, πώς ἄν στεκόμασταν γιά λίγο νά ἀναλογιστοῦμε τό ἀληθινό νόημα αὐτοῦ τοῦ χαιρετισμοῦ πού συνηθίζουμε νά ἀνταλλάζουμε, ἴσως νά κατανοού- σαμε ὅτι αὐτό τό ὑπέροχο μήνυμα θά ἔπρεπε, ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, νά τό ἐπαναλαμβάνουμε συνέχεια, ὅλες τίς μέρες τοῦ χρόνου. Γιατί νομίζω ὅτι, αὐτό τό τόσο λιτό καί ἁπλό μήνυμα, ἀποτελεῖ τήν καρδιά καί τήν ψυχή, τήν ἀρχή καί ὅλο τό συγκλονιστικό ἀπερινόητο περιεχόμενο τῆς Χριστιανικῆς μας Πίστης. Πιστεύω ὅτι, κάθε φορά πού προφέρουμε τό «Χριστός Ἀνέστη», καταθέτουμε τήν ὕψιστη καί ἀνυπέρβλητη παραδοχή, αὐτήν πού περιλαμβάνει ὅλα τά σημαίνοντα καί τά σημαινόμενα τῶν ἱερῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Λέει κάπου, σχετικά μέ τό θέμα τῆς Ἀναστάσεως, ὁ Φώτης Κόντογλου : «Ἡ πίστη τοῦ Χριστιανοῦ δοκιμάζεται μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σάν τό χρυσάφι στό χωνευτήρι. Ἄπ’ ὅλο τό Εὐαγγέλιο, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό πλέον ἀπίστευτο πράγμα, ὁλότελα ἀπαράδεκτο ἀπό τό λογικό μας καί ἀληθινό μαρτύριο γιά δαύτο. Μά, ἴσα -ἴσα, ἀπειδή εἶναι πράγμα ὁλότελα ἀπίστευτο, γιά τοῦτο χρειάζεται ὁλόκληρη ἡ πίστη μας γιά νά τό πιστέψουμε». Καί, νομίζω, ὅτι εἶναι εὔκολο νά ἀντιληφθοῦμε τό πόσο δίκιο ἔχει, ὅταν συναισθανθοῦμε πώς ἡ πίστη μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀπαραίτητη, ὄχι γι’ αὐτά πού ἐξηγοῦνται μέ τήν λογική, ἀλλά, γιά τά ἀνεξήγητα καί τά ἀ π ί σ τ ε υ τ α. Ἄν ἡ λογική μποροῦσε νά δώσει ἀπάντηση στά ὑπερ-ούσια, σ’ αὐτά δη- λαδή πού ὑπερβαίνουν τήν πεπερασμένη ἐπίγεια φύση μας, τότε, προφανῶς, ὁ κάθε λογικός ἄνθρωπος θά ἦταν αὐτομάτως καί πιστός.

Ἡ πίστη, ὅμως, δέν εἶναι λογική. Κι’ ὅταν ὁ Χριστιανός ἀναγγέλλει τό «Χριστός Ἀνέστη», παραδέχεται καί διαλαλεῖ κάτι ἀπίστευτο, τό ὁποῖο ὅμως, ἡ πίστη του τό κάνει νά εἶναι π ι σ τ ε υ τ ό καί ἀ δ ι α μ φ ι σ β ή τ η τ ο. Μ’ αὐτές τίς δύο λέξεις ὁ Χριστιανός, μέσα ἀπό τήν σταύρωση τῆς ἴδιας τῆς λογικῆς του, βιώνει τήν ἀνάσταση τῆς πίστης του.

Διότι, ἀφοῦ εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστός ἀναστήθηκε, τότε εἶναι ἀλήθεια ὅτι γεννήθηκε «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου», τότε πραγματικά ἦταν ὁ «Γιός τοῦ Θεοῦ ὁ Ἀγαπητός», τότε πραγματικά ἦρθε γιά νά διδάξει τήν ἀγάπη καί νά σώσει τόν ἀδύνατο ἄνθρωπο ἀπό τήν ἁμαρτία, τότε πραγματικά νίκησε τήν φθορά, τότε πραγματικά μᾶς ἄνοιξε τήν Ὡραία Πύλη τῆς, μετά τόν ἐπίγειο θάνατο, αἰώνιας ζωῆς, γεμίζοντας μέ ἐλπίδα καί χαρά τίς ψυχές τῶν θνητῶν πού πιστεύουν.

«Χαίρετε», εἶπε ὁ Ἀναστάς Χριστός στούς μαθητές του. Ἄς χαροῦμε, λοιπόν, καί ὅλοι ἐμεῖς, πού ἡ Θεία Χάρη μᾶς ἀξίωσε νά ἔχουμε τήν δυνατότητα νά ποῦμε, μέ πίστη, ὅτι ὁ σκοτεινός τάφος μπορεῖ νά γίνει ἡ εἴσοδος πρός τήν αἰώνια ζωή τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ ὁ… ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Mερόπη Ν. Σπυροπούλου

Ὁμότιμη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

Σχολιάστε