Το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο..

Ζούσε κάποτε στην Κωνσταντινούπολη ο Αχμέτ, που ήταν κάλφας, δηλαδή ο πρώτος στην τάξη βοηθός του αρχιλογιστή των ανακτόρων του σουλτάνου.
Ήταν πλούσιος και λόγω της θέσης του στο παλάτι τον σέβονταν όλοι. Ήταν μάλιστα και πολύ πιστός μουσουλμάνος.
Ο Αχμέτ στο κονάκι του είχε τρεις υπηρέτες να τον υπηρετούν.
Ένα μικρό Τουρκάκι ίσαμε δώδεκα χρονών, τον Χαλίλ, για να κάνει τις εξωτερικές δουλειές και τα θελήματα και δύο Ρωσίδες, χριστιανές, για τις δουλειές του σπιτιού, τη Βέρα, που την είχε χρόνια στη δούλεψη του και ήταν ηλικιωμένη, και την Όλγα, που ήταν πιο νέα.
Επειδή ο Αχμέτ ήταν καλός άνθρωπος και σεβόταν τις δύο γυναίκες, εκείνες πήραν το θάρρος να του ζητήσουν να πηγαίνουν τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές των Χριστιανών στην εκκλησία.
Ο Αχμέτ, αφού σκέφτηκε λιγάκι ετούτο που του ζήτησαν οι γυναίκες, τους απάντησε.
-Δεν γίνεται να φεύγετε και οι δύο. Το κονάκι έχει δουλειές κι εκείνος ο Χαλίλ δεν είναι άξιος για τίποτε. Η μια μόνο θα πηγαίνει.
Να πηγαίνεις εσύ, γριά, είπε στη Βέρα.
Έτσι κι έγινε, όπως τα όρισε ο αφέντης Αχμέτ. Η Βέρα πήγαινε στην εκκλησιά σχεδόν κάθε μέρα, ενώ η Όλγα έμενε στο σπίτι με το μικρό Χαλίλ και κάνανε τις δουλειές.
Σαν γυρνούσε η γρια Βέρα έφερνε αντίδωρο στην Όλγα από την εκκλησία κι εκείνη το έτρωγε με μεγάλη ευλάβεια, αφού πρώτα έκανε τον σταυρό της.
Όταν ξυπνούσε το πρωί ο αφέντης Αχμέτ, η Όλγα του έψηνε τον καφέ του. Ύστερα τον έβαζε σ έναν δίσκο, που τον κρατούσε ο μικρός Χαλίλ, μαζί με δροσερό νερό κι ένα κομμάτι σιροπιαστό γλυκό, άλλοτε μπακλαβάς ήτανε, άλλοτε σαραγλί, και τον πήγαιναν στον οντά του.
-Τί έφαγες πρωί πρωί και μοσχοβολάει έτσι το στόμα σου, σαν μου μιλάς; ρωτούσε ο αφέντης την Όλγα εκεί, που του σέρβιρε τον καφέ και το σιροπιαστό γλυκό.
-Τίποτε, εφέντη μου, δεν έφαγα, απαντούσε εκείνη σκύβοντας το κεφάλι μπρος του.
-Και πώς μοσχοβολά έτσι η ανάσα σου; Μη και μάσησες μέντα, μην κι έκρυψες στη γλώσσα σου κανένα βόλο χιώτικη μαστίχα ή κανένα ξυλάκι κανέλας;
-Όχι, εφέντη μ’ , τίποτε δεν έκανα, έλεγε εκείνη φοβισμένη, και δεν καταλαβαίνω τι είναι αυτό που λες! ! Εγώ δεν νιώθω καμιά ευωδιά! !
-Δεν μπορεί. Κάτι κάνεις εσύ και κάθε μέρα μοσχοβολάει η ανάσα σου.
-Τί φτιάχνουνε στην κουζίνα, Χαλίλ, ετούτες οι γυναίκες και δεν μου το μαρτυράνε; ρωτούσε στα κρυφά τον μικρό του δούλο.
-Πού να ξέρω εγώ, εφέντη μ’ , έλεγε εκείνο και σήκωνε τις πλάτες του μ απορία.
Κάθε πρωί ο αφέντης Αχμέτ είχε την ίδια κουβέντα με την Όλγα και το Χαλίλ, μα συμπέρασμα δεν μπόρεσε να βγάλει. Και η ευωδιά, που ερχότανε από την ανάσα της, ήτανε πάντα η ίδια και σκόρπιζε μέσα στο δωμάτιο και γέμιζε μοσχοβολιά ο τόπος. Μα και η απάντηση της Όλγας ήτανε πάντα η ίδια :
-Τίποτε δεν έφαγα, εφέντη μ’ , εκτός. ……είπε άξαφνα ένα πρωί σαν σκέφτηκε καλύτερα.

Ο αφέντης Αχμέτ ορθάνοιξε τα μάτια του και περιμένοντας την κουβέντα της του κόπηκε η ανάσα.
-Το μόνο, που βάζω στο στόμα μου το πρωί, είναι ένα κομματάκι αντίδωρο. Τίποτε άλλο, εφέντη.
-Και γιατί δεν μου το ‘λεγες τόσο καιρό τώρα που σε ρωτάω; της είπε εκνευρισμένος εκείνος.
-Δεν στο έκρυψα, εφέντη, απλά δεν το είχα σκεφτεί.
-Και τί είναι αυτό το. …….αντίδωρο; ρώτησε ο Αχμέτ.
-Το αντίδωρο είναι ένα μικρό κομματάκι αγιασμένο ψωμί, που μου φέρνει κάθε πρωί από την εκκλησία η Βέρα. Αυτό μονάχα βάζω στο στόμα μου.
-Και μοσχοβολάει έτσι αυτό το ψωμί; ρώτησε εκείνος.
-Είναι αγιασμένο, εφέντη μ’ , απάντησε το κορίτσι.
Αγιασμένο από τον ίδιο τον Χριστό.

Άλλο δεν ήθελε ν ακούσει ο αφέντης Αχμέτ. Του έφτανε η παράξενη ευωδιά εκείνη, που κάθε πρωί ένιωθε να βγαίνει από το στόμα της δούλας του, για να του βάλει φωτιά στα λογικά του και να θελήσει να μάθει τί γίνεται μέσα σ εκείνες τις εκκλησιές των Χριστιανών.
Δίχως κανείς να γνωρίζει, την άλλη μέρα, ντύθηκε με ρούχα χριστιανικά κι αξημέρωτα βγήκε από το κονάκι του. Και τρύπωσε μέσα στο μισοσκόταδο μιας εκκλησιάς, πριν ακόμη αρχίσει η Θεία Λειτουργία, και χώθηκε σ’ ένα στασίδι αφώτιστο από των καντηλιών το φώς.
Ο Χριστός όμως, που γνωρίζει την καρδιά του καθενός, έδειξε σ’ εκείνον τον καλό άνθρωπο ένα ακόμη θαύμα, από εκείνα που γίνονται σε κάθε Θεία Λειτουργία.
Είδε λοιπόν ο Αχμέτ τον ιερέα στη Μεγάλη Είσοδο, σαν πέρασε μπροστά του κρατώντας τα Τίμια Δώρα, να μην πατάει στη γη. Και είδε ακόμα την ώρα, που ευλογούσε τους πιστούς, φωτεινές ακτίνες να φεύγουν από τα χέρια του και να λουζουν με φως τα κεφάλια των Χριστιανών.
Εκείνον όμως οι φωτεινές ακτίνες δεν τον πλησίαζαν, δεν τον άγγιζαν, παρά στέκονταν σε απόσταση αφήνοντάς τον στο σκοτάδι.
Μιάν ολόκληρη βδομάδα, κάθε μέρα, ο Αχμέτ πήγαινε και σε άλλη εκκλησιά για να δει το θαύμα.
Κι εκείνο επαναλαμβανόταν ακριβώς το ίδιο.
Τότε, σαν σιγουρεύτηκε για τούτο που έβλεπε, αντάμωσε στα κρυφά έναν παπά.
Πότε εκείνος ο παπάς τον κατήχησε, πότε τον βάπτισε, πότε τον μύρωσε δεν μάθαμε ποτέ.
Το μόνο που ξέρουμε είναι για το φώς, που τον έλουσε μέσα στο Σεράι του Σουλτάνου, μπροστά σε όλους τους βεζίρηδες, όταν ρωτήθηκε ποιό νομίζει πως είναι το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο κι ο άγιος Αχμέτ απάντησε με θάρρος, δίχως να λογαριάσει τη ζωή του :
-Το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο είναι η πίστη των Χριστιανών! !!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s