Λεύκιος Ζαφειρίου, «15.7.1974»
Οι νεκροί βρομούσαν από ʼνα μίλι μακριά, ήταν ανελέητο το τελευταίο καλοκαίρι – τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων τις στέγες των σπιτιών.
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους μπάσαν τους νεκρούς απʼ την πίσω πόρτα στον Άη-Γιάννη, δεν τους χωρούσαν, λέει, τα φέρετρα.
Κι ο πιτσιρικάς –πήχτρα το αίμα στα ρούχα του– άνοιγε λάκκους, τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα στους κροτάφους στη μνήμη βαθιά ως το μέλλον.
Τον ήξερες αλλιώτικα τον κυπριώτικο ήλιο θεία Μαρίνα την αυγή με τα περιστέρια στους ώμους.



