Πώς από ένα ματωμένο χέρι θα πάρω αντίδωρο;

Κάποτε ο Μέγας Βασίλειος παραβρέθηκε στον εσπερινό ενός χωριού της επισκοπής του και διέκρινε, ότι έλειπε ο μπάρμπα Γιώργης, γνωστός για τον τακτικό του Εκκλησιασμού. Ρώτησε τον ιερέα:
– Πάτερ Μιχαήλ, τον μπάρμπα Γιώργη δεν βλέπω στην Εκκλησία, τί γίνεται με αυτόν, είναι καλά;
– Σεβασμιότατε έχει καιρό να έρθει στην Εκκλησία, αλλά δεν ξέρω το γιατί.
Ειδοποιεί τότε ο Μέγας Βασίλειος να τον φέρουν στην Εκκλησία. Πράγματι ήρθε ο μπάρμπα Γιώργης και εξήγησε στον Μέγα Βασίλειο:
– Ξέρετε Δέσποτα, ότι πριν 3 μήνες, έγινε ένας φόνος στο χωριό; Ξέρετε ότι δεν βρέθηκε ο δράστης; Και ξέρετε ποιός είναι ο δράστης; Ο πάτερ Μιχαήλ, ο παπάς της ενορίας!!!
Ο Μέγας Βασίλειος τα γνώριζε όλα, δεν γνώριζε μόνο ποιός ήταν ο δράστης.
– Και πώς έγινε αυτό, ρώτησε ο Μέγας Βασίλειος.
– Ένα βράδυ, μετά τον εσπερινό, ο μακαρίτης λογομάχησε με τον παππά για κάποιο λόγο. Και ο πάτερ Μιχαήλ, κρατούσε στο χέρι του, το σουγιαδάκι του, το μυτερό, που κάνει την προσκομιδή στο Ιερό. Δεν ξέρω ακριβώς τί κίνηση έκανε και με τον σουγιά, τον χτύπησε στην καρδιά και τον σκότωσε. Πώς μπορώ Σεβασμιότατε να πάρω αντίδωρο από το φονιά το χέρι;
Κόκκαλο ο Μέγας Βασίλειος! Ωστόσο τον καθησύχασε τον γέροντα, και του είπε, να έρθει αύριο στην Εκκλησία, γιατί ήθελε να τον ξαναδεί.
Την άλλη μέρα, ο μπάρμπα Γιώργης κατέφθασε πρώτος στην Εκκλησία, πριν έρθουν οι κληρικοί και κάθισε δίπλα στο αναλόγιο. Και να σε λίγο, εμφανίζεται ο παπάς, ο π. Μιχαήλ, να εισέρχεται στον ναό και να κατευθύνεται στο Ιερό.
Είδε όμως κάτι παράδοξο: Ο παππάς έφερνε στον ώμο του, τον μακαρίτη που είχε σκοτώσει! Στη συνέχεια βλέπει τον παπά να εισέρχεται στο Ιερό, να πηγαίνει στην ιματιοθήκη, να φοράει τα ιερατικά του ρούχα και εκεί 2 ψηλοί, όμορφοι κύριοι, του παίρνουν από τον ώμο τον μακαρίτη! Ο π. Μιχάλης, χωρίς να αντιλαμβάνεται τίποτα, άρχισε τη Θεία Λειτουργία, στην οποία έλαβε μέρος και ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος στο τέλος έβγαλε και λόγο.
Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, βλέπει ο μπάρμπα Γιώργης τον παπά να βγάζει τα άμφια του και να βλέπει ταυτόχρονα, τους 2 εκείνους νεαρούς, να εναποθέτουν τον μακαρίτη στον ώμο του και να βγαίνει από την Εκκλησία. Ο μπάρμπα Γιώργης κοκκάλωσε! Ο Μέγας Βασίλειος, ως Άγιος, κατάλαβε το τί ακριβώς συνέβη και τον πλησιάζει τον γέροντα και του λέει:
– Μην λαμβάνεις μπάρμπα Γιώργη την αμαρτία του παπά, διότι αν βάλει τον πετραχήλι και τα άμφιά του, είναι Άγιος, όταν Λειτουργεί. Γιατί η ιεροσύνη δεν μολύνεται, δεν αμαρτάνει. Να έρχεσαι στην Εκκλησία, να Κοινωνάς και να παίρνεις το αντίδωρο από το χέρι του π. Μιχάλη.
– Δεν ήξερα Σεβασμιώτατε, είπε ο μπάρμπα Γιώργης. Συγχώρεσέ με, δεν ήξερα ότι είναι άγιος ο ιερέας όταν λειτουργεί. Και εγώ έλεγα: »πώς από ένα ματωμένο χέρι θα πάρω αντίδωρο;». Και δεν ερχόμουν…
Έτσι ο μπάρμπα Γιώργης, άρχισε να πηγαίνει ξανά στην Εκκλησία.

Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας (1916 – 1982)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s