Μην ακούτε που λένε ότι δεν έγινε παρέλαση σήμερα…Έγινε και παραέγινε, καλύτερη από κάθε άλλη φορά, με όλους τους επισήμους παρόντες

Μην ακούτε που λένε ότι δεν έγινε παρέλαση σήμερα.

Αφήστε τους να λένε.

Έγινε και παραέγινε, καλύτερη από κάθε άλλη φορά, με όλους τους επισήμους παρόντες.

Με μπροστάρισσα την Υπέρμαχο Στρατηγό και μια μυροβλύζουσα κάρα, παρέλασαν με το μυρωμένο κεφάλι ψηλά οι ψυχές των ηρώων (που οι σοφοί του κόσμου τούτου τούς έχουν για “νεκρούς”), μέσα σε απαλή βροχή από δάκρυα αγγέλων…

Με το χαμόγελο στα χείλη, έψαλλαν το «Άξιον εστί» σε ποίηση ενός συμπολεμιστή τους, του Οδυσσέα Ελύτη.

Στα χέρια κρατούσαν για θυμίαμα άλλοτε ένα χαμένο πόδι, άλλοτε ένα χαμένο χέρι, άλλοτε τις σφαίρες που χτύπησαν κατάστηθα τους νέους Λεωνίδες, άλλοτε τις τελευταίες ανάσες που απέθεσαν στη χιονισμένη χλαίνη οι απόγονοι του Διάκου, άλλοτε τη γλώσσα που ύμνησε την Ελευθερία μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα…

Στον χώρο των επισήμων, που για στέγαστρο είχε την Αγία Σκέπη, χαιρετούσαν με πάθος, ολόρθα και ακατάβλητα, αγέραστα στον χρόνο, τα κρυοπαγήματά τους, δεμένα γερά με το πυρωμένο νήμα που φλέγει αιώνια τις καρδιές τους…

Μόνο που, αφού χόρτασε η ψυχή τους να παρελαύνει στους άδειους δρόμους -χωρίς να σκοτισθούν στο ελάχιστο οι στίλβουσες ψυχές από την απουσία ενός τόσο δα ψιχίου θνησιγενών χειροκροτημάτων, χωρίς να καταποντιστούν στον πελιδνό Άδη της υπερχειλίζουσας κενότητας-, αίφνης χλώμιασαν, έδειχναν σαν χαμένες.

Τις λυπήθηκε η ψυχή μου (αυτές, που δεν λυπήθηκαν τον εαυτό τους).

Ήταν ολοφάνερο ότι η πατρίδα για την οποία θυσιάστηκαν τούς φαινόταν αγνώριστη πια – ακόμα χειρότερα: άγνωστη, σαν τον Άγνωστο Στρατιώτη…

Ψάχνοντας εναγώνια τον μίτο της επιστροφής στον τόπο της ανάπαυσής τους (γιατί δεύτερος θάνατος, ακόμα κι αν υπήρχε, δεν αντέχεται…), βλέπουν το μητρικό χέρι της Στρατηγού να τους γνέφει όπως τότε, που έδειχνε τη νίκη, και να τις οδηγεί και τώρα στη λυτρωτική πορεία εξόδου από τον λαβύρινθο της ανθρώπινης αγνωμοσύνης…

Περίλυπες έως θανάτου οι ψυχές, κούνησαν το ματωμένο τους μαντήλι στα ζωντανά πτώματα που λούφαζαν σιδηροδέσμια στα αεροστεγή καταφύγιά τους, τα προστατευμένα από τον θάνατο και γεμάτα από τον φόβο του, και αναχώρησαν από αυτή την «αφιλόξενη γης», που δεν διαθέτει από καιρό «δυο λόγια στοργής», καταπώς λέει και το νοτισμένο τραγούδι
Andreas Moratos

Η φωτογραφία που πλαισιώνει το κείμενο είναι δανεισμένη από το προφίλ της Νίκης Μακρή

Αναδημοσίευση από ΕΔΩ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s