«Βία του Μωσαϊκού Νόμου ή προσευχή του Αγίου;»

Αγίου Πορφυρίου

Με απασχολούσε πάντοτε το ακανθώδες πρόβλημα της σχέσεως αγάπης και βίας.
Από τη μία πλευρά η αγάπη, όπως την έζησε και τη δίδαξε ο Χριστός και κάθε αγιασμένος άνθρωπος Του,
κι από την άλλη η πολύμορφη βία, μεταξύ των πολιτών ή των κρατών.
Ρώτησα το Γέροντα ποιά είναι η γνώμη του για το θέμα αυτό. Εκείνος μου απήντησε: «Είναι μπερδεμένα τα πράγματα».
Και συνέχισε τη διήγηση μιας παραβολικής ιστορίας: «Ήταν κάποτε ένα Μοναστήρι στο βουνό,
όπου οι μοναχοί ζούσαν ειρηνικά. Μιά μέρα έκαναν επιδρομή ληστές, μπήκαν μέσα στο Ναό της Μονής
αγριωποί και ο αρχηγός του ζήτησε τον Ηγούμενο. Ένας μοναχός τον ειδοποίησε κι εκείνος, που βρισκόταν μέσα στο Ιερό,
παρεκάλεσε τον αρχιληστή να περιμένει λίγο, ώσπου να τελειώσει μιά εργασία του.
Γονάτισε μπροστά στην Αγία Τράπεζα κι άρχισε μιά θερμή προσευχή στο Χριστό, να τους γλιτώσει απ’ αυτό τον κίνδυνο.
Ο αρχιληστής, στο διάστημα αυτό, περιεργαζόταν τις τοιχογραφίες του Ναού.
Άγριος όπως ήταν, τράβηξε την προσοχή του η εικόνα της μελλούσης κρίσεως και ιδιαίτερα του φοβερού δράκοντα που έβγαζε φωτιές
από το ανοιχτό στόμα του και κατάπινε τους κολασμένους. Εκείνη τη στιγμή βγήκε από το Ιερό ο Ηγούμενος.
Ο αρχιληστής, μόλις τον είδε, του είπε απότομα: «Θα μου δώσεις αμέσως όλους τους θησαυρούς του Μοναστηριού,
γιατί αλλιώς θα σας σφάξουμε. Αλλά πρώτα θέλω να μου εξηγήσεις τί παριστάνει η ζωγραφιά».
Ο Ηγούμενος, που εξακολουθούσε να προσεύχεται κρυφά, του εξήγησε, ότι από τη μια πλευρά είναι ο Χριστός,
που παίρνει μαζί του στον Παράδεισο τους δικαίους, κι από την άλλη ο διάβολος-δράκοντας,
που καταπίνει στο καμίνι της κολάσεως τους αμαρτωλούς». «Ποιοί είναι οι αμαρτωλοί;» ξαναρώτησε ο αρχιληστής.
Ο Ηγούμενος του απάντησε: «Είναι αυτοί που σκοτώνουν, που βρίζουν, που ατιμάζουν, αυτοί που κάνουν κάθε κακό».
«Δηλαδή, ρώτησε ανήσυχος, κι εγώ στην κόλαση θα πάω;» «Όπως φαίνεται, του λέει ο Ηγούμενος, για κει προορίζεσαι».
«Και δεν υπάρχει τρόπος να γλιτώσω την κόλαση;» ρώτησε. «Υπάρχει», του απαντά ο Ηγούμενος.
– «Και ποιός είναι αυτός;»
– «Να μετανοιώσεις για όλες τις αμαρτίες σου, να εξομολογηθείς, να κοινωνήσεις και να αγωνισθείς να αποφεύγεις το κακό
και να κάνεις το καλό». – «Πού μπορώ να το κάνω αυτό;» – «Εδώ στο Μοναστήρι».
Τότε ο αρχιληστής στρέφεται ξαφνικά στους ληστές που τον ακολουθούσαν και τους λέει: «Εγώ θα μείνω εδώ».
Έφυγαν οι ληστές, και ο αρχιληστής εξομολογήθηκε στον Ηγούμενο, που τον έκανε δόκιμο μοναχό.
Του έβαλε και κανόνα, να μη κάνει τίποτε χωρίς να ρωτάει το Γέροντα μοναχό, κοντά στον οποίο θα έκανε το διακόνημα του.
Μια μέρα τον έστειλε, μαζί με τον συνοδό μοναχό, να κόψουν ξύλα από το βουνό και να τα φέρουν στο Μοναστήρι για το χειμώνα.
Ξεκίνησαν με το ζώο τους, έφθασαν στο βουνό, έκοψαν και τα φόρτωσαν τα ξύλα, αλλά πριν προλάβουν να ξεκινήσουν,
εμφανίσθηκαν μπροστά στους ληστές, τους πήραν το ζώο με τα ξύλα και τους ξυλοκόπησαν.
Ο αρχιληστής – μοναχός οργίσθηκε, αλλά, πριν κάνει οποιαδήποτε κίνηση, ρώτησε το συνοδό του: «Τί λένε τα βιβλία να κάνουμε τώρα;»
Ο συνοδός του απήντησε: «Τίποτα. Ο νόμος του Χριστού λέει, ότι αν κάποιος σε χαστουκίσει,
εσύ να γυρίσεις και το άλλο μάγουλο». Έφυγαν οι ληστές με τα κλεμμένα, έφυγαν και μοναχοί δαρμένοι και με άδεια χέρια.
Όταν τους είδε ο Ηγούμενος, λυπήθηκε, αλλά δεν είπε τίποτε.
Έπειτα από μερικές μέρες, τους ξανάστειλε στο βουνό για ξύλα με άλλο ζώο, αλλά επαναλήφθηκαν περίπου τα ίδια.
Ο Ηγούμενος ήταν πολύ σκεπτικός, δεν ήξερε τί να κάνει.
Επειδή όμως έκανε πολύ κρύο, με κόπο βρήκε τρίτο ζώο και τους ξανάστειλε στο βουνό.
Τη στιγμή που ετοιμάζονταν να επιστρέψουν με το φορτωμένο ζώο, παρουσιάζονται πάλι οι ίδιοι ληστές,
τους παίρνουν το ζώο κι αρχίζουν πάλι να τους δέρνουν.
Η αγανάκτηση του αρχιληστή -μοναχού κορυφώθηκε, όμως ρώτησε πάλι το συνοδό του: «Βρες γρήγορα τί λένε οι Γραφές να κάνουμε».
Ο συνοδός του είπε πάλι: «Τίποτα. Ο νόμος του Χριστού λέει υπομονή και αγάπη στους εχθρούς».
Ο αρχιληστής – μοναχός δεν ικανοποιήθηκε και του λέει: «Για θυμήσου καλά, δεν υπάρχουν άλλες Γραφές να λένε κάτι άλλο;»
Ο συνοδός του του απαντά: Ε, υπάρχει και η Παλαιά Διαθήκη, με το νόμο του Μωυσή». – «Και τί λέει αυτός ο νόμος;»
«Λέει οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος». «Αυτός είναι καλός νόμος», φώναξε ο αρχιληστής – μοναχός
και δίνει μια γροθιά σ’ έναν ληστή και τον ξαπλώνει κάτω. Οι άλλοι ληστές τον κοίταξαν ξαφνιασμένοι.
Τότε αυτός άνοιξε το ράσο του και φάνηκε το δασύτριχο στήθος του. «Ξέρετε ωρέ, ποιός είμαι εγώ;» λέει στους τρομαγμένους ληστές.
«Είμαι ο τάδε ξακουστός αρχιληστής, που έγινα καλόγερος.
Αν δεν θέλετε να σας λιανίσω όλους, αφήστε αυτό το φορτωμένο ζώο και τσακιστείτε να μας φέρετε φορτωμένα
και τα άλλα δύο κλεμμένα». Οι ληστές συμμορφώθηκαν με την εντολή του.
Έτσι, οι δύο μοναχοί επέστρεψαν θριαμβευτικά στο Μοναστήρι, με τρία φορτωμένα ζώα.
Μόλις τους είδε ο Ηγούμενος, σταυροκοπήθηκε απορημένος και δόξασε το Χριστό.
Τότε ο αρχιληστής – μοναχός του λέει: «Μη δοξάζεις το Χριστό, άγιε Ηγούμενε, αλλά δόξαζε το Μωυσή.
Με το νόμο του Μωυσή τα φέραμε πίσω όλα τα κλεμμένα, γιατί αν πηγαίναμε ακόμα με το νόμο του Χριστού
και αδειανοί θα γυρίζαμε και δαρμένοι». Μου έκανε εντύπωση αυτή η ιστορία, που μου τη διηγήθηκε ο Γέροντας
με απαράμιλλη χάρη, και προσπαθούσα να την ερμηνεύσω, όταν άρχισε να μου λέει δεύτερη: «Ήταν ένα Μοναστήρι,
όπου όλοι οι μοναχοί είχαν γεράσει και πεθάνει, εκτός από έναν, που ζούσε εκεί σαν ερημίτης.
Ο μοναχός αυτός ήταν τελείως αγράμματος, αλλά είχε δυνατή και απλή πίστη.
Καθώς έκανε τις ακολουθίες του και τα διακονήματά του, πίστευε ότι ο Χριστός και οι άγιοι είναι ζωντανοί
και τον συντροφεύουν, γι’ αυτό και τους μιλούσε τακτικά, όπως μιλά κανείς σε ζωντανούς ανθρώπους.
Μια μέρα που βγήκε από το Μοναστήρι, μπήκαν σ’ αυτό ληστές, έκλεψαν ό,τι βρήκαν, τα φόρτωσαν στα ζώα τους κι έφυγαν.
Όταν επέστρεψε ο μοναχός και είδε το γυμνωμένο Μοναστήρι, ταράχθηκε.
Αμέσως έτρεξε στο Ναό, που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο, στάθηκε μπροστά στον Άγιο Νικόλαο,
στάθηκε μπροστά στον προστάτη του Μοναστηριού άγιο και άρχισε να διαμαρτύρεται:
«Άγιε μου Νικόλα, τί έγινε εδώ όταν έλειπα;
Ήρθαν κακοί άνθρωποι και έκλεψαν το Μοναστήρι κι εσύ τους κοιτάζεις και δεν μιλούσες;
Τί έκανες για να εμποδίσεις τους ληστές; Βλέπω ότι δεν έκανες τίποτα.
Αμ τότε δεν σου αξίζει η θέση αυτή που έχεις, αφού δεν προστάτεψες το Μοναστήρι. Θα σε βγάλω απ’ εκεί».
Κι αμέσως ξεκολλά την εικόνα του αγίου από το τέμπλο, την βγάζει έξω από το Μοναστήρι, την ακουμπά σ’ ένα βράχο,
επιστρέφει και κλείνει την πόρτα. Δεν πέρασε μιά ώρα και ακούει δυνατά χτυπήματα στην εξώπορτα.
Ανοίγει και τί να δεί. Οι ληστές με τα ζώα τους φορτωμένα με όλα τα κλεμμένα και να του λένε:
Εμείς κλέψαμε το Μοναστήρι και, καθώς φεύγαμε, τα ζώα μας περπατούσαν κανονικά, αλλά κάποια στιγμή σταμάτησαν και δεν προχωρούσαν.
Τα χτύπησαμε, τα τραβούσαμε, έμεναν ακίνητα. μόλις όμως γύριζαν πίσω, έτρεχαν.
Είπαμε ότι, όπως φαίνεται, ο Θεός θέλει πίσω τα κλεμμένα και στ’ τα φέραμε.
Ο μοναχός πήρε τα πράγματα και καθώς έφευγαν οι ληστές, ευχαρίστησε το Θεό.
Τότε θυμήθηκε την εικόνα του αγίου, πήγε στο βράχο που την είχε ακουμπήσει, την προσκύνησε και είπε:
«Τώρα σε παραδέχομαι, Άγιε Νικόλα. Είσαι ο προστάτης του Μοναστηριού».
Πήρε θριαμβευτικά την εικόνα του Αγίου και την τοποθέτησε στη θέση της».
Συνδυάζοντας στη σκέψη μου τις δύο αυτές ιστορίες, συμπέρανα ότι ο Γέροντας ήθελε να μου πεί ότι η εφαρμογή της αγάπης
και της μη βίας στους εχθρούς, προϋποθέτει αγιότητα, όπως στον Ηγούμενο της πρώτης ιστορίας
και στον απλοϊκό μοναχό της δεύτερης. Ενώ στον αρχιληστή – μοναχό, ο οποίος δεν είχε ακόμη αναπτύξει την αγιότητα,
η προσφυγή στο Μωσαϊκό Νόμο έγινε αναγκαίο κακό.
[Γ 74-80]


(Ανθολόγιο Συμβουλών, Άγιος Πορφύριος, σελ.122-126)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s